December 24, 2014

December 5, 2014

Μηδενίζω τις τελευταίες νύχτες πέφτοντας με τα μούτρα,
στο χορό,το αλκοολ, τα ξενύχτια.
Προσμένοντας μια ξεχασμένη ευχαρίστηση,
του παλιού μου εγώ.
Σαν ανοργασμική που σκύβει από συνήθεια, κι όχι από ηδονή.

December 4, 2014

Σ' έχω

Θέλω έναν έρωτα.
Θέλω κάποιον να πηγαίνουμε βόλτες μαζί τα πρωινά με ένα ζεστό καφέ στο χέρι.
Θέλω να φοράω μακριές φούστες και λουλούδια στα μαλλιά.
Να τρώμε μαζί παγωτό με γεύση τσιχλόφουσκα.
Θέλω να βλέπουμε ταινίες.
Θέλω να βλέπουμε πολλές ταινίες.
Θέλω να βλέπουμε πολλές ταινίες ενώ πηδιόμαστε.Σαν τα κουνέλια.
Να φοράμε μάσκες, να παίζουμε κιθάρα και να τραγουδάμε.
Θέλω να περπατάμε στον δρόμο και να γεμίζουμε τον αέρα σαπουνόφουσκες.
Θέλω να αγοράζουμε και μπαλόνια με ήλιον.
Να μαγειρεύουμε μαζί.
Πρωί. Μεσημέρι. Βράδυ.
Να κάνουμε μπάνιο με τις ώρες.
Θέλω να πηγαίνουμε ταξίδια χωρίς χρήματα.
Να καπνίζουμε βρώμικα τσιγάρα μέχρι να μην αναγνωρίζουμε κανέναν.
Να είμαστε εγώ κι αυτός, αυτός κι εγώ.
Να μου κάνει έρωτα και να μ' αρέσει, γιατί κείνος που μου τον πρωτοέμαθε, μ' έκανε πουτάνα.
Θέλω κάποιον να ξαπλώνουμε και να μένουμε αμίλητοι. Γιατί κρύβομαι πίσω απ' τις λέξεις και δεν θέλω να κρυφτώ.
Θέλω να μου φέρει ένα λουλούδι. Κι ένα ακόμα.
Θέλω να μου γεμίζει το ποτήρι με κρασί τ' απόβραδο και να μου το αδειάζει όταν ο ήλιος ανατείλει.
Να παίρνει φιλιά απ' τα χείλη μου και να αξίζει σταγόνες απ' τα μάτια μου.
Να μ' αγαπάει και λίγο. Πολύ.
Θέλω να κάνουμε πικ νικ στα γρασίδια.
Θέλω να πηγαίνουμε σε καρουσέλ και σε πέτρινες γέφυρες.
Θέλω να βγάζουμε φωτογραφίες τις ζωγραφισμένες πατούσες μας.
Θέλω να μετράμε τ' αστέρια.
Να μου δείχνει και τα φεγγάρια που λησμόνησα μακριά του.
Να πίνουμε ζεστή σοκολάτα και να γιορτάζουμε τον άγιο βαλεντίνο ένα μήνα αργότερα.
Θέλω να μένουμε ώρες αγκαλιασμένοι. 
Να μυρίζουμε το ίδιο.
Να πετάμε πέτρες στη θάλασσα που μας χωρίζει.
Θέλω έναν έρωτα.

Να με κρατάει, να με χαϊδεύει, να με παίζει, να του γλιστράω απ' τις παλάμες και να γίνομαι θρύψαλα. 

October 30, 2014

Αηδία.
Απέραντη, σιχαμένη αηδία.
Δεν ξέρω γιατί γράφω, δεν ξέρω καν πώς να νιώσω.
Βασικα,ψέμα,ξέρω γιατί γράφω.
Δεν γράφω πια γιατί θέλω -γράφω από ανάγκη.
Έχω ένα κόμπο στο στομάχι μου που με λυγίζει στα δύο. Θα έπρεπε να είμαι χαρούμενη γιατί όλα έχουν τελειώσει, αλλα απλά δεν μπορώ.
Νιώθω τόσο άσχημα με τον εαυτό μου και γι αυτό το λόγο θέλω να μείνω ολότελα μόνη μου, για να μην μοιραστώ αυτόν τον αισχρό εαυτό με κανέναν.
Θέλω να ξεράσω όλη τη λάσπη που με τάισαν, εκείνο το γαμημένο ξημέρωμα, που μου γάμησαν την αξιοπρέπεια, το δικαίωμα της επιλογής, τον εγωισμό, εμένα, και στιγμάτισαν ανεπανόρθωτα όλες μου τις σχέσεις και τις φιλικές και τις ερωτικές -αυτές που ήδη υπήρχαν κι αυτές που πρόκειται να υπάρξουν. Λες και δεν ήμουν αρκετά ψυχάκιας, λες και δεν είχαν περάσει αρκετά αγρίμια από πάνω μου, απλά μου έδωσαν μια και μ' έριξαν στον πάτο ψυχικά.
Υπάρχουν παιχνίδια που δεν κάνει να παίζει κανείς.
Αυτό που μ' ενοχλεί είναι ότι χάνω την πίστη μου, όχι τη θρησκευτική, την πίστη μου στους ανθρώπους, στο φιλότιμο, στην καλοσύνη. Κανείς δεν μπορεί να αναλογιστεί πόσο με πληγώνει που βλέπω ανθρώπους κενούς, ρηχούς κι αναίσθητους. Ανθρώπους που το μόνο που τους τρομάζει είναι ο θάνατος και όχι οι πράξεις που έκαναν στη ζωή τους. Είναι το χειρότερο είδος ανθρώπων -οι κομπλεξικοί άνθρωποι. Έχουν αγνή κακία μέσα τους, Δεν έχω συναντήσει πιο άρρωστο μυαλό από μυαλό κομπλεξικού. 
Όταν έλεγα ότι οι άνθρωποι ψάχνουν να πληγώσουν ο ένας τον άλλον γιατί είναι η μεγαλύτερη απτή απόδειξη ότι υπάρχουν, με έβγαζαν παρανοϊκή, αλλά δες. Δες. Συμβαίνει παντού. Συνέβη σε μένα. Θα συμβεί σε σένα -κανείς δε γλυτώνει.
Μα αυτό που μ' ενοχλεί παραπάνω απ' όλα είναι η συνειδητοποίηση του πόσο αδύναμος και πόσο ευαίσθητος χαρακτήρας είμαι, ζώντας τη ζωή μου πεθαίνοντας, πισωδρομώντας στις αναμνήσεις μου κάθε βράδυ, κερνώντας με ένα ποτήρι θάνατο.
Απ' την άλλη, βέβαια, άλλοι στη θέση μου θα έσερναν τα γόνατά τους μέχρι το νοσοκομείο να ζητήσουνε βοήθεια κι έπειτα θα έμπαιναν τρομαγμένοι κάτω απ' τα φουστάνια της μάνας τους.
Και τώρα που το σκέφτομαι, κάποιοι ήδη το 'χουν κάνει.

October 28, 2014

Η αλήθεια πονάει. Λένε.

Όλα αλλάζουν.
Διαμορφώνονται στον χρόνο και παρεξηγούνται.
Αλλά δεν είναι κακό.
Δεν είναι κακό ν' αλλάζουν οι άνθρωποι.
Γιατί οι άνθρωποι αλλάζουν σύμφωνα με το αν ταυτίζονται κι αν συμπορεύουν οι πορείες και οι στόχοι ζωής τους με τον άλλον.
Αλλά εγώ πετάω.
Πετάω σαν άγγελος, γιατί κανένας δεν έχει μείνει τόσο αγνός και ευάλωτος για να συνοδευπορευτεί.
Πετάω σαν άγγελος με μία άρπα.
Εκεί που δεν υπάρχουν οι διαφωνίες, οι καυγάδες, οι απιστίες, τα διαζύγια -τα φύλα.
Σου λέω είναι όμορφα εκεί.
Αλήθεια,
Μαθαίνω.
Πετάω στα πάρκα της Εδέμ, εκεί που τα παιδιά μορφώνονται χωρίς φραγμούς, χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς κακοποίηση. Εκεί που οι γονείς μαθαίνουν την διαπαιδαγώγηση και δεν σ'αφήνουν σ' έναν κόσμο έρημο και σκληρό, γεμάτο προκλήσεις που δεν μπορείς ν' αντιμετωπίσεις,
Που δεν σ' αφήνουν να καταπνίξεις μια κραυγή σ' ένα ποτήρι κρασί, για να βρεις μια γωνιά του ίντερνετ για να κλαφτείς, ένα χαρτί να εκφραστείς.
Λίγη τρυφερότητα ρε γαμώτο.
Ένα γαμώτο για να δει κάποιος τα δάκρυα που φύτρωναν σαν τριαντάφυλλα κι έκαιγαν την σάρκα σου μεγαλώνοντας σαν μπελαντόνες, 
Κι αν όλα είναι υπερβολή, ο τρόπος μου είναι μια ταπεινή έκφραση.
Και είναι η αλήθεια.
Εκείνη η καριόλα που συνέχεια κρύβεται, που συνέχεια κατακρίνεται, που συνέχεια γονατίζει.
Που εύκολα καίγεται εάν η σκέψη σου ψήνεται.
Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ μαθαίνω- μεγαλώνω.
Κι όσο μεγαλώνω, μαθαίνω,
Και όσο μαθαίνω αντιλαμβάνομαι και καταλαβαίνω. Πλήγωσα και ζητάω συγνώμη.
Και μην αυταπατάσαι -με πλήγωσαν εξίσου και χειρότερα.
Πολύ χειρότερα.
Πολλοί άνθρωποι μου φέρθηκαν σκάρτα, καρδιά μου. 
Μα τους συγχωρώ.
Γυρνάω την ψυχή μου ανάποδα και τους συγχωρώ.
Γιατί δεν μου έχει μείνει τίποτε άλλο και το να γυμνάζεις την ψυχούλα σου δεν είναι εύκολο πράγμα.
Πληρώνω για λάθη που δεν είχα διαπράξει και γονατίζω για αμαρτίες που δεν έχω γευτεί.
Αλλά κάθε τι στον καιρό του, λένε.
Και έρχεται και η δική σου σειρά.

October 19, 2014

What I need seems to be absent everywhere

Όταν δεν βοηθάει το να μιλάς.
Κι όταν δεν βοηθάει το να σιωπάς.
Τότε τι κάνεις, πες μου τι, θα εκραγώ, δεν βρίσκω μια διαφυγή, σαλεύει το μυαλό μου, ένα βάλσαμο ψυχής, κάτι, οτιδήποτε, εισπνέω τρομαγμένη, καταπίνω και ξεφυσάω.

Θέλω να χωθώ στην αγκαλιά της μάνας μου και να της ψελλίσω πόσο πολύ μου κόστισε το τελευταίο αντίο που μου στέρησες.

Πόσο μου κοστίζει που έκαψα πράγματα που μου 'χες χαρίσει και πόσο μου κοστίζει που φυλάω ακόμα αυτά που δεν κατέστρεψα.

Ούτε να γράφω δεν θέλω για σένα, αλλά κάπως πρέπει να εκφραστώ, τα δάχτυλα μου τρέμουν και δεν μπορώ να ηρεμήσω. Τα μισά που γράφω τα σβήνω, σε τι γράμματα να χωρέσω τη στεναχώρια μου, ποια γραμματοσειρά να βαστάξει τον πόνο μου, σε ποια γλώσσα να γράψω για σένα και να νιώσω ανακούφιση, σε ποια?

Η μνήμη μου σταματάει σιγά σιγά να ζωγραφίζει τη μορφή σου, αλλά κάποιες λεπτομέρειες δε φθίνουν ποτέ.
Τη μυρωδιά σου... πώς να ξεχάσω τη μυρωδιά σου? Πως να ξεχάσω το άρωμα που ανέδυε το μπουφάν σου, το δέρμα σου, τα κρύα πρωινά που μου το 'δινες να με ζεστάνει?
Τα όμορφα χέρια σου που ανακάτευαν τα μαλλιά μου και το αναψοκοκκίνισμα στα μήλα του προσώπου σου κάθε φορά που κάποιος μ' ενοχλούσε?
Και είναι κι αυτή η θλίψη, που δεν θα ξεχάσω, που έκανε τα μάτια σου ακόμη πιο γαλάζια.

Να το σκίσω το μεταθανάτιο γράμμα που μ' ευχαριστεί. Ούτε να το δω δε θέλω, με πληγώνει παραπάνω. 
Δε χρειάζομαι γράμματα. Την αγκαλιά σου χρειάζομαι.
Δε γαληνεύω αλλιώς.

October 15, 2014

Κάπου-Κάποτε-Θα το διαβάσεις

Αυτό που μετανιώνω παραπάνω απ' όλα είναι ότι πριν φύγεις σου μίλησα για σένα. Και με μίσησες.

Γαμημένο απόβρασμα.
Και μόνο που ανέπνεες το οξυγόνο μου, με έτρωγε απ' τις ρίζες.
Καταριέμαι τη στιγμή που οι γονείς σου αποφάσισαν να ξεμυαλιστούν σε ένα χαμοκρέβατο.
Όλη σου η ύπαρξη είναι είναι ένα σκουπίδι που ξέμεινε στον κόσμο από λάθος ενός απορριμματοφόρου. 
Ψεύτης και υποκριτής και αυτοκαταστροφικός.
Μου ξύπνησες ένα συναίσθημα που δεν ήμουν έτοιμη να νιώσω και με έκανες να σιχαθώ τον εαυτό μου επειδή έφτασα σε σημείο να πατρονάρω άτομο. 
Να σου κρατάω το μέτωπο όταν έβγαζες το μέσα σου και να σε λούζω με κρύο νερό.
Να σου επιστρέφω χρήματα, μόνο και μόνο, αν δεχτείς να φας ένα γαμημένο κάτι, μην υποσιτιστείς.
Να προλάβω, να προλάβω, να προλάβω.
Πριν καταλήξεις μια άμορφη μάζα του τίποτα.
Πριν καταλήξουμε κι οι δυο μας ένα τίποτα.
Γιατί είμαστε δυο άγνωστοι που ξέρουν υπερβολικά ο ένας τον άλλον.
Και παρόλο που σε απεχθάνομαι και μ' αηδιάζεις είσαι λίγο ξεχωριστός.
Γιατί σε ένιωσα. Και γιατί σε πόνεσα. Και γιατί με πλήγωσες εκούσια και σε πλήγωσα ακούσια.
Αλλά έχω βαρεθεί να έρχεσαι μια στις τόσες. Κουράστηκα να τρέχω μαζί σου. Μεγάλωσα. Ωρίμασα. Δεν μπορώ άλλο, στ' ορκίζομαι.
Εγώ δεν είμαι η ίδια, κι εσύ δεν είσαι ο ίδιος, όλα άλλαξαν, εσύ μένεις στάσιμος στο νου, δεν το βλέπεις?
Πόσες φορές έλεγες ότι θα το σταματήσεις? Πόσες φορές έλεγες ότι θα μείνεις?
Αλλά το έβαζες στα πόδια κάθε φορά. Το έκανες κάθε φορά. Κάθε φορά. Κάθε. Φορά
Κι αν παλιότερα σου 'λεγα μη φύγεις, σήμερα σ' εκλιπαρώ να μη γυρίσεις. 
Δεν μπορώ να έρχεσαι απ' το πουθενά, να με κερνάς ένα ποτήρι κρασί και να μου μιλάς για ταξίδια, για έρωτες, για μένα, και να μου γαμάς το είναι και να τρέχω τελευταία στιγμή σε κάθε λιμάνι, πίσω σου, μόνο και μόνο για να γονατίζω ξωπίσω από ένα πλοίο που σαλπάρει.
Και μη μου λες πως μ' αγαπάς και μη τσαντίζεσαι που δεν στο ανταποδίδω, τουλάχιστον, με λόγια. 
Γιατί κάποιοι σαν εσένα δεν θα έπρεπε να αγαπάνε ποτέ. Γιατί η αγάπη τους πονάει.
Παίξε με τον σκύλο σου, όχι με τα συναισθήματα των άλλων.

Αυτό που μετανιώνω παραπάνω απ' όλα είναι ότι πριν φύγεις σου μίλησα για μένα. Και μ' ερωτεύτηκες.

October 13, 2014

Εξαγνισμός

Απελπίζομαι.
Απελπίζομαι και νιώθω ν' αρρωσταίνω από μέσα.
Έχω γίνει τόσο ευαίσθητη τελευταία που μέχρι και η γλυκιά ρουτίνα της βόλτας στο λιμάνι, έχει γίνει αφόρητη.
Με ενοχλεί ο κόσμος. Με ενοχλεί τόσο πολύ που καταντάει τραγελαφικό.
Με ενοχλούν τα σαχλά γελάκια κοριτσιών που προσπαθούν να βγάλουν σελφι με τις ωρες καθώς αναμένω το λεωφορείο. Με ενοχλούν τα απωθητικά, σεξιστικά σχόλια μεσήλικων ανδρών. Με ενοχλεί η φλυαρία γνωστών για το πώς πέρασαν το σαβ/κυριακο στις καφετέριες τα μεσημέρια -όπως πάντα- και στα μπαρ τις νύχτες -όπως πάντα.
Συναντώ ξανά και ξανά τους ίδιους ανθρώπους -μόνο η σάρκα αλλάζει.
Τα ίδια και τα ίδια, συζητήσεις που ανακυκλώνονται συνεχώς σαν χιλιοξυσμένο μολύβι και η υπομονή μου εξαντλείται.
Θέλω κάποιον να μου κινήσει το ενδιαφέρον, να μου πει κάτι διαφορετικό, να με γεμίσει πληροφορίες, να λάβω γνώσεις για κάτι άγνωστο, να μάθω καινούρια πράγματα.
Που είναι αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι?
Που είναι αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι, να τους κεράσω ένα ζεστό καφέ για να δωροδοκήσω λίγο τη συντροφιά τους, να τους μιλήσω για το πόσο λατρεύω τα καρουσέλ και τις πέτρινες γέφυρες, τα βράδια που βουλιάζω στη μοναξιά μου?
Φαντάζομαι είναι κάπου άπιαστοι και κρυμμένοι; σε ένα στούντιο μουσικής, καβάλα σ' ένα ποδήλατο, στο σπίτι να ζωγραφίζουν ή να διαβάζουν ένα καινούριο βιβλίο, σε μια αίθουσα χορού, σ' ένα τραίνο με άγνωστες κατευθύνσεις και όχι σε μια καφετέρια ή ένα μπαρ.
Δεν μπορώ να πω με σιγουριά πότε έγινα τόσο μονόχνοτη και πικρόχολη, πότε ο περίγυρος άρχισε να φαντάζει τόσο ανιαρός στα μάτια μου.
Αλλά απ' την άλλη, ποιος μπορεί να μ' αδικήσει?
Μόνο εγώ αισθάνομαι ότι κάτι πάει στραβά?
Πότε το αλκοολ και τα ναρκωτικά έγιναν πιο διασκεδαστικά από ένα καλό επιτραπέζιο?
Πότε σταμάτησαν να χορεύουν οι άνθρωποι και σηκώνονται απ' τη θέση τους μονάχα για να βγάλουν μια φωτογραφία που θα συνοδεύει ένα τσεκ-ιν?
Πότε οι άντρες άρχισαν να φέρονται σαν κακομαθημένοι, απροσάρμοστοι, πεντάχρονοι ταραξίες?
Πότε οι γυναίκες άρχισαν να μιλούν σαν αθυρόστομα, δεκαπεντάχρονα τσουλάκια?
Που είναι ο σεβασμός, οι καλοί τρόποι? Με ποια λογική η αγένεια, το "τουπέ" και η μνησικακία έγιναν άξια θαυμασμού και παραδείγματα προς μίμηση ακόμη και από άτομα που έχουν περάσει την, γεμάτη δικαιολογίες, εφηβεία?
Τι απέγινε ο ρομαντισμός?
Γιατί αντί για ένα όμορφο λουλούδι να στείλεις φωτογραφία του πέους σου?
Γιατί η απιστία θεωρείται στιγμιαίο λάθος, ή ακόμη χειρότερα, μαγκιά, εφόσον είναι στεγνή ανωριμότητα και κοροϊδία προς το άτομο που ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς? 
Τι απέγιναν τα ραντεβού? Εκείνα τα ραντεβού που σε συνόδευαν στο σπίτι σου και όχι σε βρώμικες τουαλέτες ενός μπαρ ή σε πεταμένα στενάκια σαν το ζώο.
Σε καμία περίπτωση δεν βγάζω την ουρά μου απ' έξω. Όλοι τα κάνουμε, κι εγώ τα έχω κάνει -και κάποια ίσως και να τα κάνω ακόμη- αλλά ξέρω να μετριάζω καταστάσεις. Οι άνθρωποι που φέρονται έτσι συνεχώς όμως, και αν κοιτάξω γύρω μου είναι εξαντλητικά πολλοί, είναι ό,τι πάει στραβά σ' αυτήν την κοινωνία.
Να μου λείπει, όπως έλεγε και η προγιαγιά μου, Θεός σχωρέστην.
Θέλω όμορφους και σωστούς ανθρώπους δίπλα μου.
Ανθρώπους που θα σε σκεφτούν πριν πράξουν ή μιλήσουν -ο αυθορμητισμός είναι υπερεκτιμημένος.
Ανθρώπους που αντιλαμβάνονται ότι είσαι άτομο με συναισθήματα και πληγώνεσαι.
Ανθρώπους που γελάνε με τ' αστεία σου -κι όχι με σένα.
Ανθρώπους που αν σ' αδικήσουν θα σε υπερασπιστούν και δεν θα χαμογελάσουν συγκαταβατικά πίσω απ' την πλάτη σου,

Και ίσως να είμαι φαντασμένη και ματαιόδοξη, αλλά για πρώτη φορά στη μικρή ζωή μου, νιώθω ότι ο κόσμος έμεινε κενός και όχι εγώ η ίδια.   

October 5, 2014

Until

Και τρίψε.
Τρίψε καλά. Με γυαλόχαρτο αν χρειαστεί.
Τρίψε να φύγει η βρωμιά. 
Να φύγουνε οι λεκέδες απ'τις βωμολοχίες που καρφίτσωσαν επάνω στο κορμί σου.
Τριψε δυνατά.
Να φύγουνε οι λάσπες κ η ξεφτίλα που άφησαν σιχαμένοι άνδρες δίχως ανδρισμό στο δέρμα σου.
Τρίψε με μανία.
Να φύγουνε οι λέρες απ' την υποκρισία και τα ψέμματα των λυκοφιλιων.
Τρίψε ανάμεσα στις γρατζουνιές, εκεί που μαζεύεται το πηχτό, ξεβρασμένο αίμα.
Να φύγει η βρωμιά.
Η βρωμιά, η βρωμιά.
Ένας χρόνος πέρασε και ακόμη να πλυθούν.
Τρίψε καλά το σακατεμένο δέρμα -ήδη κουφάρι είναι.
Ξέπλυνε τις πληγές, μα μην τις καλύψεις. 
Εκεί, να τις βλέπεις, να φαίνονται -να τις αντικρίζεις συνέχεια, να θυμάσαι πάντα.
Μέχρι να σταματήσεις να αποτραβάς το βλέμμα σου απ' αυτές και να μάθεις να αποτραβάς το βλέμμα σου από λάθος ανθρώπους.

September 21, 2014

Γιατί? Γιατί έτσι.

Κάθε τόσο νιώθω να έχω τόση πίκρα, τόσο θυμό και τόσο πόνο μέσα μου, που αρχίζω πραγματικά να πιστεύω πως δημιουργώ ακούσια καταστάσεις όπου πληγώνω και πληγώνομαι, μόνο και μόνο για να καταφέρω να τα εκφράσω. 
Ντρέπομαι πολύ που φέρομαι έτσι στον ίδιο μου τον εαυτό -και πόσο μάλλον για τον τρόπο που σ' αυτές τις φάσεις αντιμετωπίζω τους άλλους που δεν μου φταίνε και σε τίποτα.
Κι αν αγαπάει κάποιος άσχημα κι αρρωστημένα το εγώ του, με ποια λογική θα μπορούσε να αγαπάει κάποιον φυσιολογικά? Να αγαπάει κάποιον σωστά?
Η μόνη παρηγοριά είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης που τους έχω και η σιγουριά ότι όλοι κάπου-κάποτε-σε κάποιον, φέρθηκαν σκάρτα και εν τέλει τους αξίζει.

Το αστείο είναι ότι όλοι λίγο-πολύ έχουμε ένα άτομο να μας υπερασπιστεί, να μας χαϊδέψει τ' αυτάκια και να μας πει με όλο το θράσος της ανειλικρίνειάς του "αξίζεις κάτι καλύτερο".

Το ακόμη πιο αστείο είναι ότι ουσιαστικά χρειαζόμαστε αυτόν που θα μας πει ότι είμαστε κακά άτομα. Κακά άτομα, όχι με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Κακά άτομα με την έννοια του προβληματικού, του αδύναμου, του δεν-πρόκειται-να-αλλάξει ατόμου. Χρειαζόμαστε κάποιον να μας πει μια και μόνο φορά την αλήθεια. Να μας πει "δεν αξίζεις τίποτε απ' όλα όσα σου δίνουν και ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που νιώθεις ότι κάτι πάει στραβά και δεν μπορείς να λάβεις ευχαρίστηση".

Είναι αστείο. 

Και είναι αστείο γιατί μόνο μέσω της διακωμώδησης και της μάσκας του "είχα-καλές-προθέσεις", είμαστε ικανοί να κρύψουμε έναν σκατένιο χαρακτήρα.

September 14, 2014

Αναδρομές

Αυτά τα ήσυχα μεσημέρια του τελευταίου καιρού μου αφήνουν την ίδια γλυκόπικρη γεύση που μου άφηναν οι μέρες στα νεανικά μου καλοκαίρια.

Πολύ ζέστη, αλλά όχι αφόρητη, πολύ ησυχία αλλά όχι απόλυτη -αν εξαιρέσουμε το μονότονο τραγούδι των τζιτζικιών, το ελαφρύ περπάτημα των γατιών και τους παροδικούς ήχους μέσα απ' τα παράθυρα των μονοκατοικιών και των χαμόσπιτων των γιαγιάδων της γειτονιάς. 

Κι όλα αυτά απ' τη μεγάλη βεράντα του ισόγειου σπιτιού μου, με λίγο δροσερό καφέ, ένα βιβλίο και τη γάτα μισοκοιμισμένη σε μια θέση δίπλα μου, ν' ανοίγει που και που τα μάτια για να σιγουρέψει εάν η συντροφιά της βρίσκεται ακόμη συνάμα της. Μακριά απ' την πόλη της Μυτιλήνης, τον θόρυβο και την κίνηση, την αρρώστια των πολλών -αυτήν της καλοπέρασης και της παροδικής διασκέδασης- σαν δύο γερασμένες έφηβες, απολαμβάνουμε τον μεσημεριανό ήλιο και το ζεστό αεράκι, δίχως ίχνος τρέλας και εφηβικής υστερίας. Εκείνη, ήρεμη κι αγέρωχη να κάθεται στο μπαλκόνι ή με σίγουρο και σταθερό βήμα να περιπλανιέται μες το σπίτι, κι εγώ γαλήνια και ευδιάθετη που καταφέραμε πια να συμβιώσουμε.

Ήταν λες και το πέρασμα στην ενηλικίωση έγινε ταυτόχρονα και στις δύο και το μόνο που μας έμεινε είναι μια αμοιβαία τρυφερότητα.
Εκείνη χωρίς την υπερκινητικότητα και το ένστικτο της καταστροφής όλου του σπιτιού που είχε σαν νεαρό γατί, έπειτα από μια δύσκολη γέννα κι έναν κανιβαλισμό των νεκρών νεογέννητων γατιών κι εγώ, ελεύθερη απ' την αφέλεια των δεκαοχτών μου χρόνων, από αυτοκαταστροφικές τάσεις και εκρήξεις θυμού, έπειτα από εμπειρίες κακοποίησης και τραυματικών γεγονότων.

Τα οποία γεγονότα -πολύ αργότερα μεν- μου επισήμαναν ότι ωριμάζω, όταν αντιλήφθηκα ότι σταμάτησα να αντιδράω σε κάποιες καταστάσεις. Κάποιες φορές απλά χρειάζεται να μην αντιδράσεις και να αφήσεις τον άλλον να συνεχίσει να είναι ένας υπάνθρωπος ηλίθιος, παραδεχόμενος ότι οι ευτελιστικές του πράξεις καθορίζουν μονάχα εκείνον τον ίδιο. Δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο -δεν είναι δική σου δουλειά. Είναι ακραία δύσκολο να φτιάξεις τον δικό σου εαυτό, μη τον βαραίνεις και με την ευθύνη του εαυτού του άλλου.

Αντ' αυτού μπορεις να κάτσεις στην βεράντα του σπιτιού σου, να αγναντέψεις τριγύρω, αποτραβώντας για λίγο το βλέμμα σου απ' το βιβλίο που κρατάς, ίσα για να οραματιστείς το τοπίο που θέλει να σου περιγράψει ο συγγραφέας.

Αλλά απ' τη δική μου τη βεράντα, όπου μπορώ να κοιτάξω, ορθώνονται βουνοπλαγιές, δίνοντάς μου την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε κοιλάδα, θυμίζοντάς μου τα καλοκαίρια στο χωρίο μου. Από νωρίς το απόγευμα έφτιαχνα ένα σακίδιο με τα απαραίτητα για τη γνωστή, μοναχική πεζοπορία στο βουνό μέχρι να φτάσω στον ανεμόμυλο και να χάσω τον χρόνο και κουτσά στραβά να βρω τον δρόμο για το σπίτι αργά το βράδυ. Θυμάμαι την τρομαχτική σιλουέτα του παππού μου, με την επιβλητικότητα του 1.85 ύψους, με τις σκληροτράχηλες παλάμες του να μου δίνει τον καλό του τον φακό.
"Και να προσέχεις κωλόπαιδο, εντάξει? Ο δρόμος το πρωί και ο δρόμος το βράδυ, μοιάζουν ίδιοι ίσα με ποτέ (βήχας). Και τούτο 'δω τον φακό θα τονε κουβαλάς πάντα, ακούς Αλεξάνδρα? Το έβαλες στο παλαβό σου το κεφάλι? Πάντα".
Και δεν το πήρα. Και γύρισα νωρίς το πρωί, χωρίς φακό, ζαρωμένη απ' το ψοφόκρυο και την υγρασία, έχοντας στο σπίτι να με περιμένουνε ξυλιές.

Νοσταλγία με κατακλύζει αναλογιζόμενη εκείνα τα καλοκαίρια, αλλά πάντα έχοντας αντίληψη των κακεντρεχών παιχνιδιών της μνήμης, που σε κάνουν να εξιδανικεύεις το παρελθόν, μιας και ο χρόνος απαλύνει τις κακές αναμνήσεις.
Οι εξορμήσεις στο βουνό είναι αυτές που μπορώ να συγκρατήσω και όχι ο πόνος απ' τις ξυλιές στον κώλο. Αλλά είμαι σίγουρη ότι εκείνη την περίοδο, δεν ήταν έτσι.
Πιστεύω κι ο παππούς μου, τώρα πια, θα τα φέρνει στη μνήμη του αλλιώς. Διαστρευλωμένα ίσως. Έτσι ανήμπορος και ζαρωμένος, ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι, έχοντας χάσει την επιβλητική του όψη και τον σκληρό του χαρακτήρα, με τον χρόνο και την ηλικία να τον έχουν κερδίσει στον αγώνα δρόμου της ζωής.
Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου ότι είμαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του και προσπαθεί να φτάσει με το αδύναμο, ρυτιδιασμένο χέρι του το ποτήρι με το νερό στο κομοδίνο. Διψάει. Με κοιτάζει παρακαλώντας με να τον βοηθήσω. Κι εγώ πλησιάζω, και με το χέρι μου σπρώχνω το ποτήρι με το νερό, στην άλλη άκρη του κομοδίνου, πιο μακριά. Κι έπειτα ξυπνάω.

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, λένε.

Και τώρα τελευταία είναι που το ακούω όλο και πιο συχνά από παρέες, καθώς κάνουν βδομάδες να με δουν και να τους συντροφεύσω σε βραδινές εξορμήσεις μέχρι πρωίας. Προτιμώ αυτό που έχω τώρα. Είναι ένα συναίσθημα, σαν να επιπλέεις.
Κ' οι μέρες μου δεν είναι ανιαρές -είναι γαλήνιες. Διαβάζω, γράφω κι έχω σκιρτήματα έρωτα στην καρδιά μου. Και συνιστώ και σε σας να γράφετε. Να γράφετε συνέχεια. Να γράφετε πάντα. Να γράφετε για το οτιδήποτε. Γιατί πάντα κάποιος καίγεται να τα διαβάσει. Να γλιστρήσει για λίγο μέσα στο μυαλό σας. Να σας γνωρίσει.         

September 10, 2014

Είτε πολυτάραχο κρεβάτι είτε ήσυχα απογεύματα, ό,τι και να κάνουμε γυμνοί είναι έρωτας

Μου τη σπάει η λέξη "ενθουσιασμός". Τη βρίσκω άκρως ακατάλληλη για να εκφράσεις ένα τόσο έντονο συναίσθημα όπως το ερωτικό πάθος. 
Όταν γύρισαν να μου πουν "ένας ενθουσιασμός είναι, θα περάσει" βασανιζόμουν γύρω στον έναν με ενάμιση χρόνο. Είχα αυτό το επίμονο βάρος στον θώρακα, την κυκλοθυμία, το σκίρτημα στην καρδιά, τον κόμπο στο στομάχι και λίγες στάλες υπέρτατης ευτυχίας ξεκλέβοντας ένα βλέμμα.
Και απ' το "απλός ενθουσιασμός" με πήγαν στο "ένας νεανικός έρωτας χωρίς ανταπόκριση είναι, θα περάσει, ο κανονικός έρωτας είναι αλλιώς".
Και όντως πέρασε, αλλά το ερώτημα παρέμεινε: Και πώς είναι ένας κανονικός έρωτας?
Και μου είπαν "όταν έρθει θα το καταλάβεις" και όταν νόμιζα ότι ήρθε και νόμιζα ότι το κατάλαβα μου είπαν "καμιά φορά δεν είσαι πραγματικά ερωτευμένος με το ίδιο το άτομο, είσαι ερωτευμένος με την ιδέα του να είσαι ερωτευμένος".

Τώρα μπορώ να τους διαολοστείλω κι αυτούς και τα γαμημένα τους κλισέ. Κατέληξα στο ότι δεν υπήρξε στιγμή απ'την εφηβεία μου κι έπειτα που να μην υπήρξα ερωτευμένη. Κατέληξα στο ότι υπάρχουν άπειρα είδη έρωτα.
Ερωτεύτηκα αγνά και όμορφα.
Ερωτεύτηκα εγωιστικά και σκληρά.
Ερωτεύτηκα τρυφερά κι ανιδιοτελή.
Ερωτεύτηκα βίαια και άπληστα.
Ο μόνος κοινός παράγοντας ήταν το πάθος, ο ρόλος του οποίου με συγχύζει ακόμα, διότι δεν μπορώ να αντιληφθώ για πιο λόγο το νιώθει κανείς πιο έντονο σε μια κατα τ' άλλα "προβληματική" σχέση. Γιατί βαφτίζουμε τους δύσκολους έρωτες, γεμάτους προβλήματα, τους πιο έντονους της ζωής μας? Αυτοί οι παράνομοι, οι καταστροφικοί, οι θυελλώδεις έρωτες που κρύβουν μέσα τους μια μορφή κακοποίησης ή κατάχρησης, γιατί είναι αυτοί που μας μένουν παραπάνω? Κατά τη διάρκειά τους πληγωνόμαστε και στο τέλος τους μένουμε μετέωροι αλλά αυτοί οι ίδιοι είναι που αναπολούμε με βαθιά νοσταλγία. Είμαστε μαζόχες? Πάντα έτσι συνέβαινε ή είναι ένα ακόμη στίγμα της διεστραμμένης, σύγχρονης κοινωνίας? Ερωτευόμαστε με γραμμή πλεύσης το μίσος και όχι την αγάπη? Τι, τι πάει στραβά?
Όταν ήμουν στο πρώτο έτος , είχα γνωρίσει εντελώς τυχαία ένα άτομο που είχε  τελειώσει μια θεολογική σχολή και κάπως καταλήξαμε να μιλάμε για το θέμα και είχε αναφέρει κάτι ηλίθιο μεν, ενδιαφέρον δε: Το πάθος είναι η ουσία του έρωτα και σύμφωνα με τη Βίβλο το πάθος είναι αμάρτημα και δεν θα μπορούσες να το παντρέψεις με τίποτε αγνό, όπως η τρυφερότητα για παράδειγμα, παρά μόνο με άλλα αμαρτήματα. Ο αληθινός έρωτας είναι αληθινή καταστροφή.
Δεν ξέρω, εάν έβγαζα τα βιβλικά στοιχεία, παίζει να έβγαζε και νόημα. Εγώ απλά έγνεψα και συνέχισα να πίνω τη μπύρα μου όσο μονολογούσε, διότι εκείνη την περίοδο ήμουν πεπεισμένη ότι όλοι αυτοί οι θυελλώδεις έρωτες υπήρχαν μόνο σε γραμματοσειρές βιβλίων αθεράπευτα ρομαντικών ποιητών. Πώς γελάστηκα έτσι.



-Σ' ερωτεύομαι να το ξέρεις.
-Σκάσε, λες μπούρδες.
Και έσκασα.
Αργότερα κατάλαβα ότι όντως έλεγα μπούρδες.
Τον αγαπούσα υπερβολικά πολύ για να τον αφήσω να πιστέψει ότι τα συναισθήματα δεν ήταν αμοιβαία.

August 15, 2014

Ανακυκλώσεις

Είναι κρίμα.

Είναι που υπήρξες φάντασμα απ' την στιγμή που μάτωσαν τα σκέλια της μητέρας σου.
Είναι που παραιτήθηκες απ' τη ζωή την ώρα που πρωτογέμισαν τα πνευμόνια σου οξυγόνο.
Είναι που κλάματα και υστερίες σε νανούριζαν το βράδυ.
Είναι η αγάπη που τη λάμβανες κόκκινη και τσουχτερή, σε σχήμα παλάμης, στο παιδικό σου μάγουλο.
Είναι η συμπάθεια που έδειχνες τραβώντας μου τα μαλλιά.
Είναι που σεργιάνιζες από 'δω κι απο 'κει, ξενυχτώντας άσκοπα, φανταζόμενος πως διασκεδάζεις.
Είναι που άλλοτε με προστάτευες και άλλοτε με στρίμωχνες σε γωνίες.
Είναι που ζήλευες και έκανες την ευαισθησία μου να κυλιέται στα πατώματα.
Είναι που μου έκανες έρωτα ξεφτυλίζοντάς με κι έπειτα είναι που έκλαιγες στα γόνατά μου.
Είναι που έφυγες μακρυά και δεν μπορούσα να σε πάρω αγκαλιά -να σου δώσω ένα φιλί στο μέτωπο.
Είναι που ξεχνούσες πώς χάιδευα το ατόφιο πρόσωπό σου για να σ' αναγνωρίσω.
Είναι που φοβόσουν πως με χάνεις κι είναι που φοβόμουν πως σε χάνεις.
Είναι που εκλιπαρούσες τη βοήθειά μου ψηλαφώντας μια οθόνη υπολογιστή κ' είναι που δεν σε πίστεψα.
Είναι που ίσως το μετάνιωσες τελευταία στιγμή και υπήρξες για δευτερόλεπτα τρομοκρατημένος.

Είναι τόσο κρίμα.

Είναι που ξυπνάω και συνειδητοποιώ ότι, κάθε καλοκαίρι, θα μου λείπεις λιγάκι παραπάνω.

August 9, 2014

Είμαι βουτηγμένη στην αδράνεια (δενξέρωκανγιατίκαιγιαπιοθέμαγράφω)

Και δεν περνάω καλά. 

Η έλλειψη σιδήρου με κάνει ράκο σωματικά και η έλλειψη παρέας ψυχικά.
Αλλά καλά να πάθω. Ας έκανα παρέες στην εφηβεία μου, να μην σάπιζα μόνη μου τώρα. Δεν ξέρω. Νιώθω πολύ γερασμένη για να κάνω καινούριες φιλίες ή έστω παρέες.
Για την ακρίβεια, η διαδικασία του να γνωρίσω ένα καινούριο άτομο θυμίζει τη γιαγιά μου όταν παίρνει λάπτοπ στα χέρια της. 
Το επεξεργάζεται, αναρωτιέται εάν όντως της χρησιμεύει, δεν μπορεί να καταλάβει πώς σκατά λειτουργεί, εκνευρίζεται, το παρατάει.

Δεν έχω υπομονή, γαμώτο. Δεν έχω τίποτα. Αλλά μόνο οι εφήμερες σχέσεις και οι λυκοφιλίες δεν χρειάζονται υπομονή. Ας αρκεστώ σ' αυτές λοιπόν. Μήπως τάχα δεν υπήρξα σε τέτοια κατάσταση πριν? 
Οι άνθρωποι φεύγουν κι έρχονται -σάμπως αυτό δεν έκαναν πάντα?- ανεξαρτήτως τι σχέση είχες μαζί τους, και η ζωή συνεχίζεται.
Είτε εφήμερες είτε ουσιαστικές σχέσεις, μια ιδέα είναι όλα, πλάνη σκέτη. Και όσο και να με εξοργίζει αυτό, δεν συγκρίνεται με το πόσο με αηδιάζει η δηθενιά, η εκμετάλλευση και η υποκρισία που επιλέγουν να βγάζουν όλοι, πράγμα που μου καταστρέφει ολότελα την όρεξη να συνάψω την οποιαδήποτε σχέση. 
Βέβαια, κανείς άνθρωπος δεν είναι κακός. Ή καλός. Αλλά απ' όσο έχω γνωρίσει και βιώσει, φερόμαστε καλά και όμορφα στα ήδη δικά μας άτομα και τους υπόλοιπους τους γαμάμε το είναι γιατί... Γιατί έτσι, τι θα πει γιατί? Γιατί εγώ-εσύ-αυτός είμαστε ό,τι πάει στραβά σ' αυτήν την κοινωνία, γι αυτό.
Και σε μια κοινωνία που απαρτίζεται από εμένα-εσένα-αυτόν, είναι σοφότερο να αρκεστείς στον υλικό κόσμο που θα σου προσφέρει και μια στάλα ευτυχίας. 

Γιατί στην τελική ίσως, λέω ίσως, ΤΑ ΥΛΙΚΑ ΑΓΑΘΑ ΔΕΝ ΦΕΡΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΟΝΟ ΌΤΑΝ ΕΧΕΙΣ ΣΤΟΧΟ ΖΩΗΣ 3 ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΔΙΑΖΥΓΙΟ. Αλλιώς ευτυχείς. Γιατί κι αυτό μια ιδέα είναι. Μια ιδέα που δεν χωράει μέσα άλλον άνθρωπο για να σου γαμήσει την πλάνη.

July 9, 2014

I had to shoot myself down

Πόσα απόβραδα.
Πόσα γέλια και χαμόγελα που ευωδιάζουν οινόπνευμα.
Γλυκός πόνος στο σώμα από ξέφρενους χορούς. 
Άπειρες βόλτες καταμεσής του δρόμου και συζητήσεις που δεν πίστευες ότι θα κάνεις ποτέ.
Τόσο όμορφα όλα, τα πάντα κυλάνε τόσο γρήγορα κι ωραία.

Πόση καλοπέραση χρειάζεται άραγε για να αντιληφθείς ότι,βασικά,δυστυχείς?  

June 25, 2014

Αϋπνίες Vol. 52

Το παλεύω πολύ να μην γίνομαι γραφική, αλήθεια, αλλά δεν μπορώ.
Απλά δεν μπορώ.
Θα συνεχίσω να μονολογώ για έρωτες.
Θα συνεχίσω να μονολογώ για άτομα που έδιωξα απ' τη ζωή μου και τώρα μου λείπουν φριχτά.
Θα συνεχίσω να μονολογώ για το πόσο μισώ τον έναν,τον άλλον, την περιπτερού, εσένα.
Και θα συνεχίσω να μονολογώ για το πόσο εκνευρισμένη νιώθω όλη την ώρα που αναμασάω και ανακυκλώνω τα ίδια θέματα.

Τ'ορκίζομαι, τους τελευταίους μήνες έχω τόση ενέργεια και τόσο θυμό μέσα μου που απλά περιμένω υπομονετικά να εκραγώ.
Αναλώνομαι σε βράδια με την ίδια παρέα ξανά και ξανά μόνο και μόνο για να αποφύγω άτομα με τα οποία ναι μεν τριγυρνούσαμε, πίναμε σαν τα διαόλια και περνούσαμε καλά, αλλά μέχρι να με βαρέσει το αλκοόλ στον εγκέφαλο, ήθελα να τους βουλώσω, με οποιονδήποτε τρόπο, το στόμα.

Μία τάπα στον γκόμενο που το παίζει ιστορία γιατίπωςνατοκάνουμεγαμάει.

Μία τάπα στον αναρχικό και την ανύπαρκτη επανάστασή του.
Μία τάπα στην γκόμενα που ανεβάζει καθημερινά φωτογραφίες με τις κολλητές της αλλά κλαίγεται ότι δεν έχει κανέναν σε μια γωνιά του tumblr.
Μία τάπα στον θασεπάρωγιακαφέαλλάδενπαίρνωποτέ που του λες ένα γεια και σε ακολουθεί, κυριολεκτικά, στον δρόμο λέγοντάς σου τα νέα του.
Μία τάπα στον Φάνη (οκ, ήταν άσχημο αυτό, αλλά βλέπεις, σου απαντάω μονολεκτικά μη μου αφήνεις 232763 ίνμποξ).
Μια τάπα και σε μένα που βγαίνω έξω και εκνευρίζομαι αντί να κλείνομαι στο σπίτι με παγωτό, ζολόφτ και ταινίες του Lynch.

Σας σιχαίνομαι.

Και ελπίζω να με σιχαίνεστε κι εσείς, γιατί δεν έχει σασπένς όταν δεν είναι αμοιβαίο.

Και δεν είναι ότι είμαι άυπνη, αφυδατωμένη (γιατί η καριόλα η ΔΕΥΑΜ εδώ και 2 βδομάδες μου κόβει το νερό αβέρτα) και κουρασμένη γιατί η γαμημένη εξεταστική δε λέει να τελειώσει. Είναι ότι κάθε φορά είμαι μπροστά σε μία κατάσταση που ξέρω ακριβώς τι θα γίνει, παρ' όλ' αυτά μπαίνω σ' αυτήν, και γίνεται πάνω-κάτω αυτό που φοβόμουν.


Αλλά επειδή η ζωή είναι μπάφος και γυρίζει, 

έρχεται και η σειρά σας. 

(Και κάτι τελευταίο: ΝΑ κι αν προκριθήκαμε, ΝΑ κι αν δεν προκριθήκαμε. 
Αυτά. Άντε καληνύχτα)

June 13, 2014

Moving on and on and on, and how long?

Έχω τόσα να δώσω και δεν είμαι ικανή να το κάνω.
Και προφανώς και όσοι μου πέρασαν αυτήν την ιδεοληψία, είναι άξιοι για φτύσιμο και βρίσιμο και όλα τα ίσιμο -αλλά λένε ότι πρέπει να σέβεσαι τους μεγαλύτερούς σου και να συμπονείς τους συνανθρώπους σου.


Δεν με ενοχλεί να μην βγάλω κάτι εις πέρας, γαμώτο. Με ενοχλεί να μου γαμάνε την προσπάθεια να το κάνω.
Τς.
Εάν δεν ήμουν αυτή που είμαι, ίσως να ήμουν ακόμη και αγαπητή.
Αλλά προς το παρόν είμαι άυπνη, ζαλισμένη και έχω το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και τα κόμπλεξ του ναρκισσισμού και του εγωισμού, που μπλοκάρουν τον δρόμο μου -ή ακόμη χειρότερα- τον ασφαλτώνουν.
Η αυτοσυνείδηση άλλωστε ήταν πάντοτε δίκοπο μαχαίρι, δεν αλλάζει τίποτα πέρα απ' τα πάντα.
Κι όταν θες τα πάντα και βιώνεις μέσα σου, δίχως λόγο, το τίποτα, κάτι πάει στραβά.
Και οι μέρες που βιώνω είναι σαν απλά να υπάρχω.

Όποιος μου στερήσει έστω κι ένα τσιγάρο ή νικοτίνη απ' τα πνευμόνια μου τις επόμενες μέρες, απλά  θα υποφέρει. 

May 19, 2014

Αминь

Είτε θα καταλήξω ολομόναχη με 13 γατιά για συντροφιά, είτε θα καταλήξω ολομόναχη να διαβάζω αποθηκευμένες συζητήσεις μας.
Να σκέφτομαι ότι μοιραζόμαστε ίδιους φόβους, ανησυχίες και αρρώστιες.
Βασικά, είναι περίεργο να χρησιμοποιώ ενικό, μιας κι εγώ τις βιώνω ακόμη -ενώ εσύ όχι.
Γιατί κατάφερα να προστατεύσω μόνο εμένα απ' αυτές, κι ας μην ήσουν ευθύνη μου, εγώ σε ένιωθα. Εν μέρη.
Μου είναι εύκολο να μιλάω για σένα σαν να είσαι ακόμη εδώ -όταν είμαι μονάχη μου εννοώ.
Θέλω να γράψω για σένα, να γεμίσω κενές σελίδες -ολόκληρες κι ατέλειωτες- μιλώντας για εσένα.
Να σε κρατήσω ζωντανό στη μνήμη μου όσο πιο πολύ μπορώ αντέχω.
Αλλά μου είναι δύσκολο.
Ίσως να 'ναι  κάτι υπερβολικά αληθινό για να μοιραστώ σε ένα μπλογκ.
Και κάτι τιτανομέγιστα μεγάλο για να χωρέσει σε έναν απλό κυβερνοχώρο.

May 13, 2014

allein /einsam


Θα ξεκινήσω το ποστ όσο πιο λυρικά μου επιτρέπει η ανατροφή μου.


Ο ήλιος καίει σαν πούστης και ζεσταίνομαι, πεθαίνω από πόνους περιόδου, ο καφές δεν πέτυχε και το μάθημα των τρεις είναι ένα άπιαστο όνειρο αλλά δεν πα να γα-.

Παραδόξως έχω πολύ καλή διάθεση, γι αυτό θα ανοίξω το ερκοντίσιον, θα χαπακωθώ, θα ξανακάνω καφέ και θα χαζέψω τις σημειώσεις απ' το μάθημα αργότερα. Θα πάω βόλτα στο λιμάνι τρώγοντας γρανίτα φράουλα, θα σταματήσω κάπου για καφέ διαβάζοντας για την επιρροή, την ψευδεπιστήμη και τις νευρωνικές διασυνδέσεις, θα γυρίσω σπίτι, θα μαγειρέψω, θα καώ στο fallacyfiles.org με τη γάτα μου να μου ζεσταίνει τα πόδια κι έπειτα έχει πάρτυ στο lazy. Θα σκάψω μέσα μου, θα φτάσω στον πυρήνα μου, να καώ από πόθους και πάθη, μέχρι να συνηθίσω το καψάλισμα. Μέχρι να πάθω ανοσία στην γρίπη των πολλών, την αρρώστια της καλοπέρασης. Κι όλα θα κυλήσουν ήρεμα κι ανώδυνα. Εκτός από κάτι πολύ βασικό.
Είμαι σχεδόν μόνη μου. Τα κάνω όλα μόνη μου.
Η αντικειμενική μοναξιά που λέμε.

Ένας αξιολάτρευτος αλητάκος ένα πρωί μου είχε εξηγήσει ότι στα γερμανικά η μοναξιά χωρίζεται σε δύο λέξεις. Η πρακτική, αντικειμενική μοναξιά -όταν όντως δεν έχεις κανέναν- ονομάζεται allein και η άλλη, η εσωτερική, όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε άτομα και πάλι νιώθεις μόνος ονομάζεται einsam.
Λοιπόν... Ανέκαθεν θεωρούσα τον εαυτό μου άτομο που έδινε περισσότερη βάση και έδειχνε κατανόηση σε άτομα που βίωναν το πρώτο είδος μοναξιάς, διότι πως να το κάνουμε, είναι ελεεινά δύσκολο να είσαι ολομόναχος. Και ανέκαθεν ένιωθα μια ιδιαίτερη σιχασιά για τα άτομα που κλαίγονταν με πόνο και οδύνη για το δεύτερο είδος μοναξιάς, ακριβώς γιατί πιστεύω ότι πάντα βρίσκεται μέσα μας και το βιώνουμε όλοι ανά περιόδους, παρεούλα, οπότε θα έπρεπε να βγάζουν τον σκασμό και να σκουπίσουν τις μυξούλες τους.

Αλλά το θέμα μου δεν έγκειται εκεί.

Έχω την εντύπωση πως τείνω προς το πρώτο είδος μοναξιάς λόγω φόβου, μην ξαναβιώσω το δεύτερο.
Επιλέγω να βγαίνω μόνη μου βόλτες, να διαβάζω μόνη μου σημειώσεις κρατώντας απόσταση απ' τη σχολή και αποφεύγω να κάνω οποιαδήποτε σοϊκή συζήτηση με την παρέα μου, προτιμώντας την συντροφιά ενός μπλογκ.
Απομακρύνομαι απ' τα κοντινά μου άτομα.
"Ήμουν απασχολημένη, τρέχω απ' το πρωί", είναι η απάντηση που δίνω κάθε φορά που με ρωτάνε για πιο λόγο χάνομαι, και το μετανιώνω αμέσως μετά γιατί εν μέρη είναι ψέμα. Είναι δυνατόν να μην βρεις έστω και λίγο χρόνο να μιλήσεις με τα αγαπημένα σου άτομα? Όχι, υποθέτω.

Ανοίγω θέμα συζήτησης που δεν θέλω να συζητάω μόνη μου.

Κάτι τέτοιες ώρες απαιτώ να γυρίσει ο αξιολάτρευτος αλητάκος, γιατί έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο αναισθησίας που έχει αποβάλει την ανάγκη του "κριτικάρω" από μέσα του και η οικειότητα, σου βγαίνει αναπόφευκτα.

Θα κάτσουμε στο λιμάνι με ένα μπάφο στο χέρι, να εντρυφήσουμε ξανά σ' αυτό το χιλιομασημένο θέμα μέχρι να βαρεθούμε, και να μου προτείνει να φύγουμε γι' Αθήνα και να πω ναι, και να πάρει το πλοίο κι εγώ το δρόμο για το σπίτι.   

May 12, 2014

Drink you pretty

Δεν είναι ότι βαριέμαι.
Είναι ότι κουράζομαι.
Σαν μωρό που μόλις έμαθε να περπατάει κι έβαλε τον εαυτό του να τρέξει Μαραθώνιο.

Μα δεν πάει έτσι.
Γιατί ο τάδε δεν είναι η μαμά σου -ούτε κι έχει αυτόν τον ρόλο.
Δεν θα σε στηρίξει κι ούτε και θα ΄ναι δίπλα σου. 
Δεν είναι η μητέρα σου, να σε χαϊδολογήσει -ίσως είναι η καταστροφή σου, αλλά όχι η μάνα σου.

Πάρε το γαμημένο το θάρρος και τη ζωή στα χέρια σου -όσο σακατεμένες κι αν είναι οι παλάμες σου.
Ξέρω, πέρασες δύσκολα, όλοι μας άλλωστε -δεν είσαι μόνος.

Κι αν είσαι?

Φτιάξε τα λόγια σου, την εμφάνισή σου, το είναι σου. Συμμάζεψε το σπίτι σου -γιατί έτσι πρέπει.
Βάλε τα άχρηστα πράγματα στα σκουπίδια ή αν δεν είσαι ακόμη έτοιμος, βάλ' τα στην άκρη, κρυμμένα, στις γωνίες κάπου, που να μην φαίνονται. Να παραμένουν κρυμμένα -και μην τα μοιράζεσαι με κανέναν μέχρι να τα αποβάλλεις από μέσα σου.

Γιατί είναι άσχημα.
Γιατί είναι σκάρτα.
Γιατί είναι καρκίνος στην ψυχή.

Κάνε την αλλαγή ακόμη κι ας μην ξέρεις τη διαδρομή που θα κληθείς ν' ακολουθήσεις.

Άλλωστε κανείς δεν είπε ότι η αλλαγή θα σε κάνει παραπάνω χαρούμενο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα σε κάνει λιγότερο μίζερο.
Γιατί στην τελική δεν έχει σημασία εάν θα κάνεις μία σωστή επιλογή. Εάν θα σε ευχαριστήσει, στεναχωρήσει ,ηδονίσει ή θλίψει. Διότι η εμπειρία θα έρθει έτσι κι αλλιώς, όσο κι αν προσπαθείς να μείνεις ανώριμος κι αμαθής.
Σημασία εν τέλει έχει εάν θα είναι δική σου η επιλογή.


Σημασία έχει εάν η επιλογή σου θα κάνει ένα θυελλώδες "μπαμ".
Εάν θα δώσεις τέλος σε κάτι καλό, για να βρεις κάτι καλύτερο.

Γιατί κανένα τέλος δεν κάνει "μπαμ",
χωρίς να είναι τετελεσμένο κι επώδυνο.

April 23, 2014

Asking you for another chance -then drinking it all away

Και μ' αντικρίζεις

Αυτή τη θλίψη, αυτή την αγωνία,
αυτόν τον πόνο, δεν τον ακούω.
Δεν τον ακούω.

Η χαρά μου είναι ένας ήλιος που δύει.
Το μελαγχολικό μπλε με τις ξεχασμένες πορφυρές αχτίδες πλημμυρίζει την ψυχή μου.

Και μ' αντικρίζεις

Αυτή τη θλίψη, αυτή την αγωνία,
αυτόν τον πόνο, δεν τον νιώθω.
Δεν τον νιώθω.

Αυτό το χρώμα του δειλινού, το χρώμα της μοναξιάς κουβαλάω,
μα δεν είμαι μοναχικό άτομο.
Μ' ακολουθεί, με γυροφέρνει.
Προσκολλάται στα πρόσωπα που ξαπλώνουν σιμά μου, σε ξένα, κρύα κρεβάτια.

Και μ' αντικρίζεις

Αυτή τη θλίψη, αυτή την αγωνία,
αυτόν τον πόνο, δεν τον καταλαβαίνω.
Δεν τον καταλαβαίνω.

Κι ούτε προσπαθώ, γιατί έχω τον δικό μου.

April 14, 2014

Στίγματα

Τα πρωινά μου μ' αρέσει να τα περνάω τριγυρνώντας σε μια χιλιοπερπατημένη κωμόπολη.

Σε ερημικά σοκάκια και παιδικές χαρές δίχως παιδικές φωνούλες, με τη νεκρική σιγή να απλώνεται αποπνικτικά σα νέφος, προσπαθώντας να ανασκευάσω αναμνήσεις μιας παιδικής ηλικίας που δεν εκτίμησα και μιας εφηβικής ηλικίας που δεν χάρηκα.

Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν ,με προσπερνάνε με πρόσωπα δυστυχισμένα και βλέμματα κενά, δεν με νοιάζει που πάνε -με νοιάζει ο ήχος της βιασύνης και του άγχους που αφήνει το γοργό τους βάδισμα εμπρός μου, μοιάζουν κρύοι, αναλώσιμοι, κι εξευτελιστικά αδιάφοροι, δεν χαίρονται την βόλτα,την περιπλάνηση.

Κι εγώ στέκω χαμογελώντας.

Γιατί σιγοβηματίζοντας αυτά τα οικεία χώματα, κατάλαβα ότι τα αγαπώ. Αυτά τα χώματα που τα περπάτησα ξανά και ξανά τόσα χρόνια, κατάλαβα ότι τα αγαπώ. Γιατί τα σιχάθηκα, γιατί τα μίσησα. Γιατί πέρασα κάποια απ'τα χειρότερα χρόνια της λιγοστής ζωής μου περπατώντας επάνω τους. Αλλά τα αγαπώ γιατί τα περπάτησα εγώ. Γιατί είναι κομμάτι μου, γιατί με στιγμάτισαν, γιατί με σμίλευαν αργά και βασανιστικά και μ' έκαναν αυτό που είμαι τώρα. Γιατί όταν ήρθαν τα πιο δύσκολα, τα λησμόνησα. Και προπαντός τ' αγαπώ, γιατί είμαι εδώ και τα περπατάω ακόμα.
Γιατί όσα σκατά με γέμισαν, με γέμισαν και πείσμα.
Και ελπίδα.
Αναμφίβολα έχω απείρως μεγάλη δουλειά ακόμα μέχρι να γίνω το άτομο που θέλω -να αποβάλλω τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα μου, τα πάθη και τις αμέτρητες αδυναμίες που με κρατάνε πίσω και να γεμίσω αξίες και ιδανικά που μόνο πληθώρα χαράς μπορούν να μου προσφέρουν.

Κι αυτό το χρωστάω στην ματαιοδοξία μου που πάντα με ωθούσε στο να ζητάω παραπάνω.
Μόνο που αυτή τη φορά θα λαχταράω συνεχώς το "κάτι καλύτερο" και όχι το αντίθετο. 

April 1, 2014

Trying to wake you up ,pull you from the liquid sky

Και τα λάθη συνεχίζονται και πάντα θα συνεχίζονται και πάντα κάποιος θα σταθεί απέναντι με υφάκι " είσαι για τον πούτσο" να κατακρίνει.

Με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά δεν θα είμαι εγώ, και δεν θα στέκομαι απέναντι από έναν καθρέφτη.

Γιατί έχω σιχαθεί να κατηγορώ συνεχώς τον εαυτό μου για λάθη άλλων καριόληδων. Και εν τέλει, μια μικρή συμβουλή σε σας τους λιγοστούς αναγνώστες, το να αναλύεις και να απαριθμείς τα λάθη των άλλων και να καταλήγεις να τα φορτωνεις σε εσένα, απλά σε αφήνει πίσω, τίποτε άλλο. 
Σου σαπίζει και λίγο την ψυχή. 
Αυτό.

Και αυτή τη μοναδική φορά θα αναγνωρίσω το, πραγματικά, μοναδικό μου λάθος.
Δεν μίλησα όταν έπρεπε.
Μπορεί να είστε διαφορετικά άτομα και οι δύο, αλλά εν τέλει κουβαλάτε(ή έστω κουβαλούσατε) τις ίδιες ανασφάλειες, τους ίδιους κομπλεξισμούς και την ίδια ανάγκη για προσοχή. Και, ειλικρινά τώρα, όλοι έχουμε ψυχολογικά -αλλά δεν τα χρησιμοποιούμε για να δικαιολογήσουμε την κάθε σκάρτη πράξη μας.
Και όπως έλεγα, το μόνο λάθος που έκανα ήταν το ότι δεν εκφραζόμουν. Που στην τελική ούτε τώρα μπορώ να το κάνω, γιατί ο ένας δεν πρόκειται να μου απαντήσει εκεί που βρίσκεται και με τον άλλον στην Αθήνα, πάλι λόγω απόστασης, δεν μπορώ να τον προσεγγίσω και να του βγάλω όση σαπίλα έχω μαζεμένη, μπροστά του, κρατώντας ένα μπουκάλι στο χέρι -όπως πρέπει.

Τι να πω? Ότι θα έπρεπε να ντρέπεστε? Θα το αφήσω σε κανένα βραζιλιάνικο του STAR.
Να σας τρίψω στη μούρη το πόσο αχάριστοι υπήρξατε? Δεν έχει νόημα, έτσι κι αλλιώς, από πριν ήταν χαμένη υπόθεση, σερνόσασταν στα νοσοκομεία στα οποία σας άφηνα και έπαιρνα τηλέφωνα να δω αν ζείτε ή αν πεθάνατε. Τι εγώ, τι μήνυμα της cosmote ένα πράγμα, την ίδια αξία είχε.

Την ίδια αρρώστια και την ίδια σιχασιά είχατε μέσα σας. Και ζητούσατε βοήθεια από άτομο που δεν μπορούσε να βοηθήσει ούτε καν τον εαυτό του, αλλά σας στήριξε. Και ανταποδώσατε με τον χειρότερο τρόπο. Την ίδια μοναξιά βιώνουμε όλοι μας, στο κάτω κάτω. Μια ανακυκλώσιμη μοναξιά σε συνδυασμό με μια ακόρεστη φλόγα για κάτι το οποίο ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται να αποκτήσουμε -μαζί τα συζητούσαμε. Αλλά εσείς υπήρξατε τόσο άρρωστοι, που δεν αντιληφθήκατε ούτε στιγμή ότι αυτό που πραγματικά ψάχνατε, δεν ήταν να απαλύνεται έναν κάποιον -οποιονδήποτε- πόνο, ψάχνατε να επιμηκύνετε το τιτανομέγιστο εγώ σας. Και όταν σας άνοιγα με χίλια ζόρια λίγο τα μάτια με σκληρές λέξεις, βρεθήκατε να τις καρφιτσώνετε επάνω μου. Μιλήστε μου πάλι για καριολιές δικές μου, για φόβο δέσμευσης και φρίκες, όταν ξαναβρεθείτε έξω από ένα μπαρ, ξαπλωμένοι στα πόδια μου, να κλαίτε με ένα μπάφο στο χέρι, για το πόσο δύσκολο είναι να κάνετε κάτι σοβαρό. Καριόλια.

Και την επόμενη φορά που θα ακούσω συγνώμες και παρακάλια, θα πέσει χαστούκι. Έστω και διαδικτυακό. Γιατί πολύ απλά, δεν μπορώ να ταυτιστώ με κανέναν σας πλέον.

Εφόσον είστε φοβισμένοι, ευθραυστοι, μόνοι, πληγωμένοι και κλαίγεστε γι αυτό,  γιατί επιλέγετε να αποστειρώνετε τα μυαλά σας αντί να βρείτε ένα μέσο διαφυγής που όντως δουλεύει? 

Δεν παίρνω ποτέ απάντηση.
Το είχα ρωτήσει πολλές φορές αυτό.

Αν δεν ήσασταν τ' ανάσκελα, πνιγμένοι σε άσπρες νιφάδες των 50ευρώ, ίσως και να μου απαντούσατε.  

February 17, 2014

I'm unclean, a libertine

  "Your blows are in vain, for I’ll never mend my ways, there is too much ecstasy in sex. The only way to stop my joy is to kill me ; 


Sex is my life, the very air that I breathe; I’ve lived by sex, and shall die by it


February 9, 2014

Imagine there are two or three ways to make you love me

Σαστισμένη.


Αυτή είναι η λέξη που ψάχνω.


Περνάς μια ζωή αποφεύγοντας ανθρώπους γιατί εκείνοι είναι οι κακοί, είναι η απειλή.


Άσχημο ε? Να είναι όλοι εναντίον σου?


Ηλίθια.


Η χειρότερη συνειδητοποίηση είναι ότι κανένας δεν θέλει το γαμημένο το κακό σου.


Η χειρότερη συνειδητοποίηση είναι να αντιλαμβάνεσαι ότι κανείς δεν έχει σκοπό να σε βλάψει, εσύ ο ίδιος έχεις το πρόβλημα. 

February 5, 2014

A Natural Disaster

   Κάθισα στην καρέκλα απέναντί του. Ήταν φριχτό το πόσο άβολα ένιωθα. Εκείνος χύθηκε στην καρέκλα, έχοντας το γνωστό, λαίμαργο ύφος και το βλέμμα που ουρλιάζει "μου-ανήκουν-τα-πάντα".
   Έστρεψε το βλέμμα του σε μένα.
   -Θες τσιγάρο?
   -Όχι ακόμα.
   Κατένευσε χαμογελώντας.
   Είναι περίεργο που τον ξαναβλέπω έπειτα από τόσο καιρό. Είναι περίπου όπως τον θυμόμουν. Μοιάζει τραυματισμένος κι επικίνδυνος. Σαν σπασμένο ποτήρι. Από εκείνα για κρασί που συνηθίζαμε να παίρνουμε μαζί μας όταν φεύγαμε από κάποιο μαγαζί κι έχουν ακόμα υπολείμματα μαυροδάφνης, χαντακωμένα πίσω-πίσω στο ντουλάπι.
   Η σερβιτόρα μας έφερε τους καφέδες. Είναι αστείο να τον βλέπω να πίνει καφέ και να είναι νηφάλιος. Έσφιξα τα χείλη μου μεταξύ τους. Δεν είναι μόνο αυτό.
   -Κουρεύτηκες.
   -Ξυράφι και καθρέφτης.
   Την τελευταία φορά που τον είχα δει, κοιμόταν σε ένα παγκάκι στις 7 το πρωί αγκαλιά με έναν σάκο, στο λιμάνι, με τον αέρα να μπερδεύει τα μακριά, ξανθά μαλλιά του. Μια εικόνα που κάθε φορά που προσπαθούσα να διώξω απ' το μυαλό μου, επέμενε να στέκεται πεισματικά στο κατώφλι του ασυνείδητού μου και ν' αρνήται να πέσει μέσα.
   Έριξα ξανά το βλέμμα μου επάνω του.
   -Έρχεσαι συχνά εδώ?
   -Όχι. Εσύ?
   -Όχι. Εσύ?
   Γέλασε. Μ' αρέσει να τον κάνω να γελάει. Γελούσε πολύ σπάνια. Φοβόταν και σπάνια. Τις ελάχιστες φορές που συνέβαινε κρυβόταν πίσω απ' την καρδιά μου, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που κρυβόμουν εγώ πίσω απ' την επιβλητική κορμοστασιά του, κάθε φορά που ένας καβγάς ξέφευγε απ' τον έλεγχο. Οι αναμνήσεις μου απ' αυτόν είναι θόρυβος και σαματάς. Πολύ οξύθυμο άτομο. Νομίζω μου είχε πει πως το είχε πάρει απ' τον πατέρα του. Τον είχα ρωτήσει τι θα ήθελε να είχε πάρει από εκείνον. "Την καραμπίνα που είχε στην αποθήκη για να του τινάξω τα μυαλά στον αέρα", μου είχε απαντήσει.
  Με κοίταξε νωχελικά, πίνοντας μια γουλιά απ' τον ζεστό καφέ.
  -Άλλαξες. Σοβάρεψες. Λίγο.
  -Κι εσύ. Μείωσες τις διαμονές σου στο νοσοκομείο?
  -Ναι. Εσύ?
  -Ναι. Εσύ?
  Γέλασε ξανά. Ήταν ένα παιχνίδι που είχε ξεκινήσει όταν πρωτογνωριστήκαμε. Εκείνο το βράδυ πρέπει να είχαν περάσει τουλάχιστον σαράντα λεπτά επαναλαμβάνοντας ο ένας στον άλλον την ίδια απάντηση κι ερώτηση. Το μόνο που άλλαζε ήταν ο τόνος της φωνής, το ύφος και το βλέμμα -δεν είχε ιδιαίτερη σημασία το ότι, ουσιαστικά, δεν λέγαμε απολύτως τίποτα.
   -Λοιπόν... Είσαι ακόμη ερωτευμένη μαζί μου?
   Δυσανασχέτησα. Με κοιτούσε χαμογελώντας λάγνα. Μου πρόσφερε ένα τσιγάρο.
   -Ποτέ δεν σ' ερωτεύτηκα.
   Περίμενε να ανάψω το τσιγάρο για να απαντήσει. Πάντα έλεγε ότι το ανάβω γρήγορα, σα να έχω την αίσθηση ότι θα μου το αρπάξουν απ' τα χέρια.
   -Απ'την πρώτη στιγμή που με είδες μ' ερωτεύτηκες.
   Γέλασα. Είναι ο πιο εριστικός, αχόρταγος, εγωιστής και νάρκισσος αλητάκος που υπάρχει.
   -Ξέρεις ότι σε συμπαθώ πολύ. Πάντα θα νιώθω μια τρυφερότητα για σένα.
   -Ναι...
   Το πρόσωπό του πήρε μια πρωτόγνωρη για μένα έκφραση. Δεν μου είχε περάσει ποτέ απ' το νου ότι αυτό το άτομο θα μπορούσε ποτέ να νιώσει αμηχανία. Αν ήξερα ότι ήμουν ικανή να του προκαλέσω κάτι τέτοιο, ο φόβος να του εκφράσω τα ειλικρινή μου συναισθήματα θα έφευγε ένα χρόνο νωρίτερα.
   -Θυμάσαι που σου είχα μιλήσει για έναν φίλο μου που τον θύμιζες πολύ?
   -Όχι.
   -Έναν συνονόματό σου.
   -Θυμήθηκα.
   -Αυτοκτόνησε.
   Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
   -Κρίμα.
   -Ναι. Κρίμα.
   Με την μεγάλη, τραχιά παλάμη του έσυρε το πακέτο που ήταν πάνω στο τραπέζι προς το μέρος μου. Είναι περίεργο να μου προσφέρει τσιγάρα και να μην του τα κλέβω.
   -Στον θυμίζω ακόμα?
   -Πολύ.
   Άναψα και δεύτερο τσιγάρο.
   -Στο είχα πει και παλιότερα. Ψάχνεις άτομα που να σου θυμίζουν άλλους γιατί είσαι πολύ δειλή για να στραφείς σ' εκείνους τους ίδιους. Αγαπάς από απόσταση ασφαλείας. Είσαι μίζερη.
   -Ναι.
   Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Η αλλαγή στη σχέση μας είναι απότομη και για μένα την ίδια. Κάπου εδώ θα έπρεπε να του ανταπαντήσω και να αρχίσουμε να πλακωνόμαστε. Η ειλικρίνεια μας αποπροσανατολίζει και τους δύο. Ήμασταν άραγε ποτέ αληθινά ειλικρινείς μεταξύ μας? Αμφιβάλλω.
   -Και τι σκοπεύεις να κάνεις γι αυτό?
   -Να σ' αποχαιρετήσω.
   Κατένευσε σιωπηλά.
   -Έμαθα ότι φεύγεις μόνιμα, άλλωστε.
   -Ναι.
   -Πάντα έφευγες.
   -Αυτή φορά είναι αλλιώς. Γιατί δεν θα με ακολουθήσεις.
   -Ναι.
   Μείναμε σιωπηλοί. Η ώρα είχε κυλίσει γρήγορα και ο καφές είχε κρυώσει. Αποφασίσαμε να φύγουμε.
   -Πότε φεύγεις?
   -Παρασκευή βράδυ. Με πλοίο.
   -Θα έρθω να σε αποχαιρετήσω.
   Γέλασε. Με κοίταξε μελαγχολικά.
   -Έτσι λες πάντα. Ποτέ δεν έρχεσαι. Δεν θα 'ρθεις.
   Χαμογέλασα.
   -Δεν θα 'ρθω. Οι παλιές συνήθειες δεν κόβονται.
   Γύρισε την πλάτη και άρχισε να βηματίζει αργά. Έφυγα κι εγώ. Κανένας απ'τους δυο μας δεν κοίταξε πίσω. Κι εάν κοίταξε εκείνος, πιθανότατα, δεν θα το μάθω ποτέ.
     

February 2, 2014

-Σ' αγαπάς? -Σ' αγαπώ.

Είναι κάποια μουντά απογεύματα που απλά αγαπάς όλον τον κόσμο. Τριγυρνάς μόνος σου στα βρεγμένα σοκάκια του νησιού, μοιράζοντας τη μοναξιά σου με μελάνι στους ξεφτισμένους τοίχους της παλιάς πόλης. Αυτό είναι τέχνη. Ετοιμόρροποι τοίχοι, λερωμένοι με ηλίθια στιχάκια.

Απλώνεις το μπουφάν σου στο πεζοδρόμιο και αράζεις χάμω με την πλάτη στην alpha bank, να σου υπενθυμίζει ότι δεν έχεις δεκάρα τσακιστή στον λογαριασμό σου, αλλά δεν σε απασχολεί, συντροφιά με έναν καφέ και ένα τσιγάρο, δίπλα σε έναν περιπλανώμενο που πουλάει λουλούδια. Κοιτάς με αρρωστημένη χαρά το χάος των βιαστικών περαστικών να σε κοιτάζει πίσω περίεργα, καθώς κάνεις την πρώτη τζούρα απ' το περίεργο τσιγάρο.
Η ώρα περνάει αλλά δεν έχεις ρολόι. Ακούς τον ήχο του κινητού σου να χτυπάει, ψάχνεσαι, αλλά δεν έχεις καν κινητό.
Χαμογελάς.
Άρχισε και να ψιχαλίζει πάλι. Δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχει κάποιος να σε ψάχνει, δεν υπάρχουν προβλήματα, υπάρχει μόνο ένα λουλούδι που σου έδωσε ο περιπλανώμενος, κι ας μην ξέρεις τι λουλούδι είναι, δεν έχει σημασία, είναι όμορφο. Χασκογελάς με τον εαυτό σου γιατί όλα είναι τέλεια και νιώθεις κάτι σαν Θεός γιατί έχεις εν μέρη τα πάντα εκείνη ακριβώς τη γαμημένη στιγμή. 
Βρέχει, είναι απόγευμα ,καπνίζεις και ανακαλύπτεις ότι είσαι πολύ απλός άνθρωπος τελικά.
Αν δεν είναι αυτό ευτυχία, τότε τι είναι? Χμμ. Να 'χα κάποιον να του δώσω το λουλούδι, ίσως. Εν τέλει το έδωσα πίσω στον περιπλανώμενο.

Αυτές τις μέρες έχω την έντονη αίσθηση ότι θα ζήσω για πάντα. Ή έστω μέχρι τα βαθιά γεράματα. Και όταν είναι να πεθάνω... όταν είναι να πεθάνω, θα πεθάνω από έρωτα.